ολιγοετής


ολιγοετής
Προφορά

Ετυμολογία
ολιγοετής μεταγενέστερη ελληνική ὀλιγοετής

Ερμηνεία
επίθετο┘ ολιγοετής -ής, -ές

✦ που διαρκεί λίγα χρόνια

Συνώνυμα

Αντίθετα
πολυετής
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.