οισοφάγος


οισοφάγος
Προφορά

Ετυμολογία
οισοφάγος αρχαία ελληνική οἰσοφάγος

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο οισοφάγος

✦ το τμήμα του πεπτικού σωλήνα που ενώνει τον φάρυγγα με το στομάχι

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.