οινώδης


οινώδης
Προφορά

Ετυμολογία
οινώδης αρχαία ελληνική οἰνώδης

Ερμηνεία
επίθετο┘ οινώδης -ης, -ες

✦ που έχει τη γεύση ή τη σύσταση του κρασιού

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.