μάστιγα


μάστιγα
Προφορά

Ετυμολογία
μάστιγα αρχαία ελληνική μάστιξ

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η μάστιγα

✦ λουρί δεμένο σε ξύλο, για να δέρνουν τα υποζύγια, το καμουτσί
(μτφ. ) μεγάλη συμφορά, κοινωνική πληγή

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.