λάζος


λάζος
Προφορά

Ετυμολογία
λάζος κατά Μ. Φιλήντα, από το όν. Λαζός

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο λάζος

✦ είδος μαχαιριού: κάποτε τράβηξα το λάζο με το μανίκι το γαλάζο (Κ. Βάρναλης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.