κρυοπηξία


κρυοπηξία
Προφορά

Ετυμολογία
κρυοπηξία κρύο- + -πηξία

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η κρυοπηξία

(ιατρ.) θεραπευτική μέθοδος κατά την οποία εφαρμόζεται τοπική ψύξη, σε πολύ χαμηλή θερμοκρασία, σε ιστούς που φλεγμαίνουν, σε αιμορραγούσες επιφάνειες κτλ

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.