κοινοβιότητα


κοινοβιότητα
Προφορά

Ετυμολογία
κοινοβιότητα αρχαία ελληνική κοινοβιότης

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η κοινοβιότητα

✦ το να ζει κάποιος μαζί με άλλους σε κοινόβιο
✦ το καθεστώς ή το σύστημα του κοινοβίου

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.