καχεκτικός


καχεκτικός
Προφορά

Ετυμολογία
καχεκτικός μεταγενέστερη ελληνική καχεκτικός

Ερμηνεία
επίθετο┘ καχεκτικός -ή, -ό

✦ ασθενικός: καχεκτικά, στραβογεννημένα κι άφυλλα δεντράκια (Γ. Μπεράτης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα
καχεκτικά (Κ καχεκτικώς)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.