κατοχή


κατοχή
Προφορά

Ετυμολογία
κατοχή αρχαία ελληνική κατοχή

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η κατοχή

✦ κυριότητα, ιδιοκτησία
✦ κατάληψη ξένης χώρας με στρατιωτικές δυνάμεις και προσωρινή κυριαρχία σ’ αυτήν

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.