καλός
Προφορά
Ετυμολογία
καλός αρχαία ελληνική καλός
Ερμηνεία
└επίθετο┘ καλός -ή, -ό
✦ ενάρετος, χρηστός, τίμιος
✦ άκακος, αγαθός
✦ ευχάριστος
✦ ωφέλιμος
✦ ικανός, άξιος
✦ ευνοϊκός, αίσιος
✦ κατάλληλος, πρόσφορος
✦ ικανοποιητικός
✦ δυνατός, ισχυρός
✦ αποτελεσματικός, δραστικός
✦ (σε συνεκφορά με τις αντωνυμίες) ο καλός μου, η καλή μου, το αγαπημένο πρόσωπο, σύζυγος, αρραβωνιαστικός ή αρραβωνιαστικιά, εραστής ή ερωμένη
✦ (ως ουσ.) η καλή, η πρόσθια όψη· (κ. μτφ.) η αληθινή όψη: τον ξέρεις από την καλή;
✦ φρ. του τα είπα από την καλή, απερίφραστα – είμαι στις καλές μου, είμαι ευδιάθετος
Συνώνυμα
–
Αντίθετα
–
Επιρρήματα
καλά κ.καλώς