δεντρώνω


δεντρώνω
Προφορά

Ετυμολογία
δεντρώνω δέντρο

Ερμηνεία
ρήμα δεντρώνω

✦ δεντροφυτεύω
✦ (αμτβ.) σκεπάζομαι από δέντρα
✦ (για φυτά) αναπτύσσομαι σε ύψος δέντρου: δεντρώσανε οι ροδοδάφνες στο φράχτη

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.