βελζεβούλης


βελζεβούλης
Προφορά

Ετυμολογία
βελζεβούλης εβρ. λ.

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο βελζεβούλης

✦ ο άρχοντας των δαιμόνων, ο σατανάς
✦ απείθαρχο παιδί, πειραχτήριο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.