αυτόματος


αυτόματος
Προφορά

Ετυμολογία
αυτόματος αρχαία ελληνική αὐτόματος

Ερμηνεία
επίθετο┘ αυτόματος -η, -ο

✦ που γίνεται, κινείται ή λειτουργεί χωρίς εξωτερική επέμβαση: αυτόματη γένεση – ανάφλεξη
✦ που πραγματοποιείται χωρίς την επίδραση της βούλησης: αυτόματες αντιδράσεις
✦ που τίθεται σε κίνηση ή λειτουργεί με μηχανικά μόνο μέσα χωρίς τη σύμπραξη του ανθρώπου: αυτόματο μηχάνημα – όπλο
✦ το ουδ. αυτόματο ως ουσ., συσκευή που λειτουργεί με εσωτερικό μηχανισμό εκτελώντας προκαθορισμένες κινήσεις
✦ αυτόματος πιλότος (αγγλικά automatic pilot), συσκευή σε πλοίο ή αεροσκάφος που χρησιμεύει για να το κατευθύνει αυτόματα, χωρίς έλεγχο από τον κυβερνήτη
✦ αυτόματος τηλεφωνητής, συσκευή η οποία, συνδεόμενη με το τηλέφωνο, απαντά στις τηλεφωνικές κλήσεις και καταγράφει το μήνυμα που αφήνει αυτός που τηλεφωνεί· κ. απλώς αυτόματος: άφησα μήνυμα στον αυτόματο να μας πάρει τηλέφωνο

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα
αυτόματα (Κ αυτομάτως)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.