αυτομάθεια


αυτομάθεια
Προφορά

Ετυμολογία
αυτομάθεια μεταγενέστερη ελληνική αὐτομάθεια

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η αυτομάθεια

✦ το να μαθαίνει κανείς μόνος του, χωρίς τη βοήθεια δασκάλου

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.