αυτοκάθαρση


αυτοκάθαρση
Προφορά

Ετυμολογία
αυτοκάθαρση μεταγενέστερη ελληνική αὐτοκάθαρσις

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η αυτοκάθαρση

✦ αυτόματη κάθαρση, που συντελείται αφ’ εαυτής

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.