αστίλβωτος


αστίλβωτος
Προφορά

Ετυμολογία
αστίλβωτος ἀ στερητικό + στιλβώνω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αστίλβωτος -η, -ο

✦ ο μη στιλβωμένος, αγυάλιστος: αστίλβωτα κεραμικά

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.