απονίπτω


απονίπτω
Προφορά

Ετυμολογία
απονίπτω μεταγενέστερη ελληνική ἀπονίπτω

Ερμηνεία
ρήμα απονίπτω

✦ καθαρίζω καλά, ξεπλένω το πρόσωπο ή μέλη του σώματος
✦ απονίπτομαι, βλ. απονίβομαι

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.