ανεκκαθάριστος


ανεκκαθάριστος
Προφορά

Ετυμολογία
ανεκκαθάριστος αν- στερητικό + εκκαθαρίζω

Ερμηνεία
επίθετο┘ ανεκκαθάριστος -η, -ο

✦ που δεν εκκαθαρίστηκε: λογαριασμός ανεκκαθάριστος
✦ αδιευκρίνιστος, που δεν ξεκαθάρισε

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.