ανακτώ


ανακτώ
Προφορά

Ετυμολογία
ανακτώ αρχαία ελληνική ἀνακτῶμαι

Ερμηνεία
ρήμα ανακτώ -άς, -ά

✦ αποκτώ κάτι που είχα χάσει, ξαναβρίσκω: ανέκτησε τις δυνάμεις του

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.