ανάγειρτος


ανάγειρτος
Προφορά

Ετυμολογία
ανάγειρτος αναγέρνω

Ερμηνεία
ανάγειρτος

✦ -η, -ο κ. αναγειρτός, -ή, -ό επίθ. ο ελαφρά γερτός, επικλινής
✦ αυτός που ξάπλωσε πρόχειρα για ν’ αναπαυθεί

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα
ανάγειρτα κ.αναγειρτά

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.