αλλοδαπή


αλλοδαπή
Προφορά

Ετυμολογία
αλλοδαπή └θηλ┘ του επιθέτου αλλοδαπός

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η αλλοδαπή

✦ το σύνολο των χωρών που βρίσκονται έξω από τα όρια ενός κράτους, το εξωτερικό

Συνώνυμα

Αντίθετα
ημεδαπή
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.