αδιείσδυτος


αδιείσδυτος
Προφορά

Ετυμολογία
αδιείσδυτος ἀ στερητικό + διεισδύω

Ερμηνεία
επίθετο┘ αδιείσδυτος -η, -ο

✦ αυτός που δεν εισχώρησε κάπου
✦ αυτός στον οποίο δεν μπορεί κανείς να διεισδύσει, να εισχωρήσει

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.