αγλαϊστής


αγλαϊστής
Προφορά

Ετυμολογία
αγλαϊστής αγλαΐζω

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο αγλαϊστής

✦ αυτός που κάνει κάτι αγλαό, που προσδίδει αίγλη σε κάτι

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.