αγκωνιαίος


αγκωνιαίος
Προφορά

Ετυμολογία
αγκωνιαίος αγκώνας

Ερμηνεία
επίθετο┘ αγκωνιαίος -α, -ο

✦ ο αναφερόμενος στον αγκώνα, ιδ. για ιατρ. όρους που έχουν σχέση με τον αγκώνα: αγκωνιαία αρτηρία

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.