nut


nut
Προφορά

{nʌt}

(Επίθετο)
● τρελλός

(Ουσιαστικό)
● κάρυο
● καρύδι
● ξηρός καρπός
● κεφάλι
● παξιμάδι βίδας
● θηλυκή βίδα
● παξιμάδι

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.