native


native
Προφορά

{‘neıtıv}

(Επίθετο)
● ιθαγενής
● εγχώριος
● γενέθλιος
● έμφυτος
● ντόπιος
● ατόφιος

└[Εκφράσεις]┘
● go native = πάω έμφυτα

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.