nationality


nationality
Προφορά

{,næʃə’nælətı}

(Ουσιαστικό)
● εθνικότητα
● εθνικότης
● εθνότητα
● εθνότης
● ιθαγένεια

└[Εκφράσεις]┘
● of the same nationality = ομοεθνής

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.