key


key
Προφορά

{ki:}

(Ουσιαστικό)
● κλείς
● κλειδί
● λύση
● τόνος μουσική
● μουσικό κλειδί
● πλήκτρο
● ξηρόνησο

(Ρήμα)
● τονίζω

└[Εκφράσεις]┘
● Give me the key! = δώστε μου το κλειδί!

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.