flintlock Posted on 12 Ιουνίου 2019 by HonoLulu — Leave a reply flintlockΠροφοράhttps://lexiko.ellinopedia.com/wp-content/uploads/agglika/mp3/f/flintlock.mp3{‘flınt,lɒk} (Ουσιαστικό)● τουφέκι πού ανάβει με τσακμακόπετρα Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση