divorce


divorce
Προφορά

{dı’vɔ:rs}

(Ουσιαστικό)
● ζωντοχήρος
● διαζύγιο

(Ρήμα)
● χωρίζω
● διαζευγνύω

└[Εκφράσεις]┘
● not divorced = αδιάζευκτος

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.