boycott Posted on 12 Ιουνίου 2019 by HonoLulu — Leave a reply boycottΠροφοράhttps://lexiko.ellinopedia.com/wp-content/uploads/agglika/mp3/b/boycott.mp3{‘bɔıkɒt} (Ουσιαστικό)● μποϋκοτάζ● μπουλντόζα (Ρήμα)● αποφεύγω να αγοράσω εμπόρευμα● μπουκοτάρω Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση