boycott


boycott
Προφορά

{‘bɔıkɒt}

(Ουσιαστικό)
● μποϋκοτάζ
● μπουλντόζα

(Ρήμα)
● αποφεύγω να αγοράσω εμπόρευμα
● μπουκοτάρω

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.