base


base
Προφορά

{beıs}

(Ουσιαστικό)
● βάση
● θεμέλιο
● πέδιλο σιδηροτροχίας
● βάση δύναμης αριθμού
● χαμερπής

(Ρήμα)
● βασίζω
● στηρίζω
● εδράζω
● τοποθετώ σε βάση

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.