bachelor


bachelor
Προφορά

{‘bætʃələr}

(Επίθετο)
● άγαμος

(Ουσιαστικό)
● εργενής
● τελειόφοιτος
● απόφοιτος

└[Εκφράσεις]┘
● old bachelor = γεροντοπαλλήκαρο

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.