abridgement


abridgement
Προφορά

{ə’bri:dʒmənt}

(Ουσιαστικό)
● επίτομη μορφή ή έκδοση
● συνεπτυγμένη μορφή ή έκδοση
● σύνοψη
● περίληψη
● περικοπή
● σύντμηση
● συντόμευση
● επιτομή

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.