γερνώ


γερνώ
Προφορά

Ετυμολογία
γερνώ ἐγέρασα

Ερμηνεία
ρήμα γερνώ -άς, -ά

✦ γίνομαι γέρος
✦ (μτβ.) κάνω κάποιον να γεράσει: τον γέρασαν τα βάσανα πριν της ώρας του

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.