γαμπριλίκι


γαμπριλίκι
Προφορά

Ετυμολογία
γαμπριλίκι γαμπρός

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το γαμπριλίκι

✦ εύχρ. ιδ. στον πληθ. γαμπριλίκια, τα έξοδα του γαμπρού στο γάμο
✦ η εμφάνιση κάποιου ως επίδοξου γαμπρού

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.