novelty Posted on 12 Ιουνίου 2019 by HonoLulu — Leave a reply noveltyΠροφοράhttps://lexiko.ellinopedia.com/wp-content/uploads/agglika/mp3/n/novelty.mp3{‘nɒvəltı} (Ουσιαστικό)● νεωτερισμός● νέα εφεύρεση● καινοτομία Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση