gallery


gallery
Προφορά

{‘gælərı}

(Ουσιαστικό)
● στοά
● υπερώο
● γαλαρία
● υπόνομος
● γκάλερι
● θεωρείο
● εξώστης
● αίθουσα εκθέσεως
● πινακοθήκη

Αγγλικά Ελληνικά — Μετάφραση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.