ογκηθμός


ογκηθμός
Προφορά

Ετυμολογία
ογκηθμός μεταγενέστερη ελληνική ὀγκηθμός

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο ογκηθμός

✦ η φωνή του γαϊδάρου, γκάρισμα

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.