ογδο-ντάρισσα


ογδο-ντάρισσα
Προφορά

Ετυμολογία
ογδο-ντάρισσα ογδόντα

Ερμηνεία
ουσιαστικό
αρσενικό┘ ο ογδο-ντάρισσα

✦ θηλ. ογδοντάρα κ. ογδο-ντάρισσα ο ηλικίας 80 ετών

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.