μουλάρα


μουλάρα
Προφορά

Ετυμολογία
μουλάρα └θηλ┘ του └ουσ┘ μουλάρι

Ερμηνεία
ουσιαστικό
θηλυκό┘ η μουλάρα

(μτφ. ) γυναίκα αναίσθητη και κακότροπη

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.