
γαμηλιότητα
Προφορά
Ετυμολογία
γαμηλιότητα γαμήλιος• μετάφραση του └γαλλ┘ όρου nuptialité
Ερμηνεία
ουσιαστικό
└θηλυκό┘ η γαμηλιότητα
✦ (δημογρ.) στατιστική μελέτη για τον αριθμό των γάμων ανά 1.000 κατοίκους σε χώρα ή περιοχή
✦ το ποσοστό των ατόμων που παντρεύονται κάθε χρόνο σε σχέση με τον αριθμό των ατόμων που θα μπορούσαν να παντρευτούν
Συνώνυμα
–
Αντίθετα
–
Επιρρήματα
–