όμποε


όμποε
Προφορά

Ετυμολογία
όμποε └ιταλ┘oboe

Ερμηνεία
ουσιαστικό
άκλιτο┘ το όμποε

✦ είδος πνευστού μουσικού οργάνου, ο οξύαυλος

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.