όβολο


όβολο
Προφορά

Ετυμολογία
όβολο οβολός

Ερμηνεία
ουσιαστικό
ουδέτερο το όβολο

✦ συνήθως στον πληθ. όβολα, τα χρήματα: μερικές πολιτείες βάλανε κι άλλες θα βάλουνε τη λύρα μου στάμπα στα όβολά τους (Κ. Βάρναλης)

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.