ωχριώ


ωχριώ
Προφορά

Ετυμολογία
ωχριώ αρχαία ελληνική ὠχριῶ

Ερμηνεία
ρήμα ωχριώ -άς, -ά

✦ γίνομαι ωχρός, κιτρινίζω
✦ χάνω το χρώμα μου, χλομιάζω
(μτφ. ) υπολείπομαι, υστερώ σε εντύπωση

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.