ωτοσκλήρωση


ωτοσκλήρωση
Προφορά

Ετυμολογία
ωτοσκλήρωση └γαλλ┘ otosclérose

Ερμηνεία
ωτοσκλήρωση

✦ (Κ ωτοσκλήρυνσις, -εως) χρόνια πάθηση του μέσου αφτιού ή του λαβυρίνθου που οδηγεί σε κώφωση

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.