ωοσκοπικός


ωοσκοπικός
Προφορά

Ετυμολογία
ωοσκοπικός μεταγενέστερη ελληνική ὠοσκοπικός

Ερμηνεία
επίθετο┘ ωοσκοπικός -ή, -ό

✦ αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ωοσκοπία

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.