χωνευτικός


χωνευτικός
Προφορά

Ετυμολογία
χωνευτικός μεταγενέστερη ελληνική χωνευτικός

Ερμηνεία
επίθετο┘ χωνευτικός -ή, -ό

✦ εύπεπτος, που διευκολύνει την πέψη ή που εύκολα χωνεύεται: χωνευτικό νερό

Συνώνυμα

Αντίθετα
δύσπεπτος, αχώνευτος
Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.