φασιστικός


φασιστικός
Προφορά

Ετυμολογία
φασιστικός φασίστας

Ερμηνεία
επίθετο┘ φασιστικός -ή, -ό

✦ ο χαρακτηριστικός του φασισμού ή του φασίστα, απολυταρχικός: φασιστικά μέτρα – φασιστική νοοτροπία

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.