φαεινός


φαεινός
Προφορά

Ετυμολογία
φαεινός αρχαία ελληνική φαεινός

Ερμηνεία
επίθετο┘ φαεινός -ή, -ό

✦ ο φωτεινός, λαμπερός: φαεινή ιδέα (λαμπρή, θαυμάσια)
✦ φρ. είναι ηλίου φαεινότερον, είναι ολοφάνερο, «φως φανάρι»

Συνώνυμα

Αντίθετα

Επιρρήματα


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.